ἑρμηνευτικός

ἑρμην-ευτικός, ή, όν,
A of or for interpreting: ἡ -κή (sc. τέχνη) Pl.Plt.260d;

διάλεκτος ἑ. τινός Id.Def. 414d

;

λόγος Ph.1.58

; ἑ. δύναμις power of expression, gift of style, Luc.Hist. Conscr.34, Theod.(?)ap.Nicol.Prog.p.2F.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἑρμηνευτικός — of masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ερμηνευτικός — ή, ό (AM ἑρμηνευτικός, ή, όν) [ερμηνευτής] 1. αυτός που ερμηνεύει ο αρμόδιος για ερμηνεία («ερμηνευτικά σχόλια») 2. φρ. «ερμηνευτική δύναμη» η δύναμη εκφράσεως, το δώρο, το τάλαντο τού ύφους 3. το θηλ. ως ουσ. ερμηνευτική ένας από τους κλάδους… …   Dictionary of Greek

  • ερμηνευτικός — [срминефтикос]εκ. толковый …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ερμηνευτικός — ή, ό 1. αυτός που αναφέρεται ή βοηθάει στην ερμηνεία: Ερμηνευτικά σχόλια. 2. το θηλ. ως ουσ., ερμηνευτική κλάδος της φιλολογίας που ασχολείται με την ερμηνεία κειμένων …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἑρμηνευτικά — ἑρμηνευτικός of neut nom/voc/acc pl ἑρμηνευτικά̱ , ἑρμηνευτικός of fem nom/voc/acc dual ἑρμηνευτικά̱ , ἑρμηνευτικός of fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρμηνευτικῶν — ἑρμηνευτικός of fem gen pl ἑρμηνευτικός of masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρμηνευτικόν — ἑρμηνευτικός of masc acc sg ἑρμηνευτικός of neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρμηνευτικοῦ — ἑρμηνευτικός of masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρμηνευτικούς — ἑρμηνευτικός of masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρμηνευτικῆς — ἑρμηνευτικός of fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρμηνευτικῇ — ἑρμηνευτικός of fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.